|
Και να, αδερφοί μου ... Αύριο ξημερώνει
η αυγή που στου Παγγαίου το κορφοβούνι
τ' 'Όργιο τ' αγνό να λειτουργήσω μέλλω,
στο βωμό πόχω στήσει απάνω-απάνω
του Απόλλωνα, κομίζοντας το Ρόδο
που, ζωής και γνώρας είδωλο, στους κάμπους
με τόσην αναστήσαμε άγρυπνη έννοια!
Το Ρόδο θέλω να Του πάω, και ξέρω
πως στου βουνού τα πλάγια καρτερούνε
οι Μαινάδες, που μόλις εγευτήκαν
του Βασσαρέα Διονύσου τη χάρη
και του Σαβάζιου τους ρυθμούς, κ' "Είν' όλος",
φωνάζουνε, "ο Διόνυσος δικός μας,
και δικό μας το Ρόδο" και προσμένουν
να μου το πάρουν απ' τα χέρια, κι όλα
σκορπίζοντας τα φύλλα του, κ' εμένα
σφάγιο τ' Οργίου τους να με σύρουν ... Κι όμως
το Ρόδο πρέπει αυγή στο κορφοβούνι
να φέρω του Παγγαίου, και να το φέρω
δίχως οργή, αλαφρός, γαλήνιος, μόνος,
γεμάτος απ' το θάμα του, γεμάτος
από την πλέρια του ευωδιά, γεμάτος
από την άγια συμμετρία του, όλος
γεμάτος απ' τη γνώρα του και μόνο.
|
Και τι να πω αύριο στον Ήλιο; "Σήκω
σαΐτεψε το φίδι πόχει αφήκει
η παλιά φιδομάνα, και που τώρα
πάλι τη Γην ολόγυρα γυρεύει
στις δίπλες του σφικτά για να τυλίξει" ;
"Ξύπνα", να πω, "Τιτάνα Εσύ, και πάλι,
κυκλοφόρε τα θεία πατήματά Σου,
τα θεία Σου τα σκιρτήματα τριγύρω
στο φοβερό ερπετό που ξαναζώνει
τη Γη κι ο οσκρός του αρχίνησε να τρέχει
στις θείες πηγές Σου, φαρμακώνοντάς τις" ;
Τέτοια να πω τη μέρα που να πάω
μπροστά Του πρέπει ανόργιστος, γαλήνιος,
γεμάτος απ' τη γνώρα Του, γεμάτος
από την άγια λάμψη Του, γεμάτος
από το φως το μάγο Του, γεμάτος
ακέριος απ' το θάμα Του και μόνο ;
Τι, αλίμονο αν δεν πάω εγώ το Ρόδο
στου μυστικού Του γυρισμού τη μέρα,
που, διασκελώντας τα υπερβόρεια πλάτη,
παντέχει μόνο αγνάντια Του ένα χέρι
να Του γνέψει:
Ειμ' εδώ και Σε προσμένω |